Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Αχ αυτό το απόγευμα της Παρασκευής...

Αποτέλεσμα εικόνας για κυκλοφοριακό εικόνες
Λοιπόν.... 
Από ανέκαθεν, μόλις ερχόταν Παρασκευή απόγευμα, μια παράξενη ευεξία με κυρίευε. Μια ευεξία που άρχιζε γύρο στις πέντε το απόγευμα της Παρασκευής και τελείωνε περίπου στις οκτώ το βράδυ της Κυριακής. Τότε άρχιζε η κατάθλιψη με την σκέψη ότι θα ξημερώσει η Δευτέρα και θα άρχιζε μια νέα εβδομάδα με όλα τα... (ωραία της) όπως το πρωινό ξύπνημα με την μελιστάλακτη διαπεραστική μελωδία του ρολογιού, το μποτιλιάρισμα στην Κηφισίας, την αγωνία να είσαι στην ώρα σου στο γραφείο, τον απαίσιο καφέ από το μηχάνημα της εταιρείας, τα ατέλειωτα προβλήματα της δουλειάς (που κατά τον διευθυντή μου, έφταιγα πάντα εγώ) και τέλος η ατελείωτη επιστροφή στο σπίτι με την εξάτμιση του προπορευόμενου φορτηγού να σε ψεκάζει, λες και ήσουν κουνούπι...
Και κάποτε Ω! Του θαύματος έφτανε η ευλογημένη Παρασκευή...
Μάζευα γρήγορα, γρήγορα τα χαρτιά μου, τα πέταγα στο πρώτο ανοιχτό συρτάρι του γραφείου που έβλεπα μπροστά μου, και την ώρα που έσβηνα τα φώτα... το τηλέφωνο. Αυτή η καταραμένη εφεύρεση του Γκράχαμ Μπελ που από τότε που το ανακάλυψε, ταλανίζει τα νεύρα του κοσμάκη...
Κάποτε όλα τελείωναν και η ευδαιμονία της Παρασκευής άρχιζε.
Φτάνοντας στο σπίτι το πρώτο ευχάριστο πράγμα ήταν ότι η Τατιάνα είχε φροντίσει να είναι ανοιχτεί η γκαραζόπορτα για να μην καθυστερώ ούτε δευτερόλεπτο.
Ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος με καλοδεχόταν φορώντας εκείνη την όμορφη κόκκινη ποδιά με τα κεντητά παπάκια που ήξερε ότι μου άρεσε.
Ακολουθούσε ένα σχολαστικό μπάνιο που διαρκούσε πολλές φορές περισσότερο από μία ώρα κάνοντας την Τατιάνα να φωνάζει ότι δεν ήμουν πάπια.
Το βράδυ ένα προσεγμένο δείπνο, τηλεόραση και στο τέλος, κατά τις δώδεκα να ξαπλώνω στο κρεβάτι. Τότε άρχιζε η επιχείρηση **Τρουμπιγιόν** που άλλοτε κατέληγε σε ευτυχή αποτελέσματα και άλλοτε να μου θυμίζει η συμβία μου πως αύριο ξημέρωνε κάποια γιορτή Αγίου και πως τι Φίκι – Φίκι απαγορευόταν...
Έτσι πέρασαν σαράντα πέντε χρόνια...
Συνταξιούχος πλέων τώρα, δεν σας κρύβω, πως κάθε φορά που φτάνει πέντε το απόγευμα της Παρασκευής αισθάνομαι να με κυριεύει αυτή η παράξενη ευδαιμονία, όπως τότε.

Την αμαρτία μου την ομολογώ. Μου λείπει η δουλειά, η δράση και ας είχε όλα αυτά τα κακά που προανέφερα. 
Φιλάκια Σ. Τ. 
Δημοσίευση σχολίου