Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΦΥΤΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ "ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ" ΤΗΣ


Γράφει η Μαίρη Καρά 

 Με τις νότες του θρυλικού ΜΑΝΤΟΛΙΝΟΥ του Μάνου Χατζηδάκη αποχαιρετούν σήμερα οι συνάδελφοι και οι φίλοι της την αγαπημένη ηθοποιό και τραγουδίστρια ΖΩΗ ΦΥΤΟΥΣΗ, στο τελευταίο της ταξίδι στο Γ΄ Νεκροταφείο της Νίκαιας. 
     Η "Ζωίτσα" μας έχασε την μάχη με τον θάνατο, μετά από πολύχρονο αγώνα με μια σοβαρή ασθένεια, που της είχε δημιουργήσει κινητικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να περνάει τα τελευταία χρόνια της ζωής της απομονωμένη σε ένα Ιδρυμα, με την πίκρα, πως την ξέχασαν οι φίλοι και οι συνάδελφοι.
     Στην τελευταία συνέντευξή της που παραχώρησε στην εφημερίδα "Freddo" τον περασμένο Δεκέμβριο, είχε πει: «Δεν θέλω να ζήσω άλλο. Κουράστηκα. Και προδόθηκα. Πολλοί ευεργετήθηκαν από εμένα. Δεν ήρθαν όμως ποτέ να με δουν μέσα στο ίδρυμα». Μ' αυτή την πίκρα "έφυγε" την Κυριακή το μεσημέρι και σήμερα οι φίλοι την αποχαιρετούν στην Εκκλησία του Εσταυρωμένου του Αιγάλεω στις 3 το μεσημέρι. 
     Η Ζωή Φυτούση γεννήθηκε τις 4 Σεπτεμβρίου 1933 στην Αθήνα (με καταγωγή από την Χίο) όπου μεγάλωσε, σπούδασε και έμενε μόνιμα. Από μικρό κοριτσάκι ξεχώρισε η καλλιτεχνική της φλέβα, γράφοντας κείμενα από τα 11 της χρόνια, που τα έδινε σε περιοδικά και εφημερίδες. Από τη νεαρή της ηλικία έγραφε βιβλία και κατάφερε να εκδώσει τα εξής βιβλία: «ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ», «ΠΑΡ' ΕΚΤΟΣ», «ΤΑΦΟΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ», «ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ», «ΒΟΗΘΕΙΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ», "ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΙΤΑΛΟΙ". 

     Το ποίημά της «ΚΑΝΕΙΣ, ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ» βραβεύτηκε και περιελήφθη στην Anthologia di poeti Italiani e Greci, Academia Internationale di Propaganda Culturale, 1996. Το 2008 από τις εκδόσεις Ερωδιός εκδόθηκε το βιβλίο της "ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ ΓΝΩΜΑΙ ΜΟΝΟΣΤΙΧΟΙ"  σε έμμετρη απόδοση της ίδας. Ακόμα υπήρξε και σπουδάστρια στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ,  για να γνωρίσει την ΣΟΦΙΑ των Ελλήνων Φιλοσόφων, που γέννησαν το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα.  Μέσα απ' αυτή τη συνεργασία προέκυψε η εκδοση του βιβλίου ΕΡΓΑΣΙΑΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΩΝ. 
     Σπούδασε στην Δραματική Σχολή Ελληνικού Ωδείου του Μιχάλη Κουνελάκη κι έκανε την πρώτη εμφάνισή της το 1953 στο Θέατρο ΣΑΜΑΡΤΖΗ με το έργο «Η ΜΑΡΚΗΣΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ". Στις 12  Αυγούστου 1953 έγινε μέλος του ΣΕΗ ξεκινώντας μια λαμπρή καριέρα και στο θέατρο, παίζοντας στην επιθεώρηση δίπλα σε όλα τα μεγάλα αστέρια της εποχής.
     Εκτός από καλή ηθοποιός, καθιερώθηκε και σαν σπουδαία τραγουδίστρια, ερμηνεύοντας τραγούδια διάσημων συνθετών, που ξεχώρισαν σε θεατρικές παραστάσεις αξιόλογων σκηνοθετών. Ποιος δεν την θυμάται με συγκίνηση, να ερμηνεύει τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, ΓΙΑ ΧΑΤΗΡΙΣ ΣΟΥ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ και το ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ του αξέχαστου ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ, με την χαρακτηριστική ιδιότυπη φωνή της.
      Αλλά και στον κινηματογράφο διακρίθηκε με την υποκριτική τέχνη της, σε 70 ταινίες της χρυσής εποχής του κλασσικού Ελληνικού κινηματογράφου, που παίζονται μέχρι σήμερα. Πολύ γνωστή όμως έγινε κι απ’ το ραδιόφωνο και απ' την τηλεόραση, όπου συμμετείχε σε πολλές εκπομπές, όπου ακούγονταν συχνά τα τραγούδια της δισκογραφικής της παραγωγής.

      Εκτός όμως από ταλαντούχα ηθοποιός η ΖΩΗ ΦΥΤΟΥΣΗ αποδείχτηκε και δραστήριο μέλος στους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες των καλλιτεχνών. Με το αξιέπαινο ενδιαφέρον της για τους ανήμπορους συναδέλφους της προσέφερε ουσιαστική βοήθεια στα επαγγελματικά προβληματά τους, με την συνδικαλιστική της δραστηριότητα, συμμετεχοντας στους αγώνες για συμπαράστασή τους.
      Με την φίλη της ΑΝΝΑ ΦΟΝΣΟΥ διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο για την στέγαση και φιλοξενία άπορων καλλιτεχνών στο "ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ", που δημιούργησαν με πολύ μεγάλες θυσίες και απροσμέτρητη επιμονή. Εκεί σ' αυτή την φιλόξενη γωνιά βρήκαν θαλπωρή πολλοί ηλικιωμένοι ηθοποιοί.
     Για την κοινωνική της συμμετοχή τιμήθηκε απ' τον Ερυθρό Σταυρό και από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, αλλά κι απ' τις αρμόδιες Κυπριακές αρχές για τη Ψυχαγωγία των Ενόπλων Δυνάμεων και για το σύνολο της καλλιτεχνικής της προσφοράς.
      Δεν σταμάτησε όμως να αναζητά νέες συγκινήσεις, διαθέτοντας τον χρόνο της σε κοινωνική προσφορά και σε νέες δημιουργίες, με τις οποίες γέμιζε τον χρόνο της τα τελευταία χρόνια.
      Η αγαπημένη "Ζωίτσα" (για τους φίλους) όταν διακριτικά αποσύρθηκε, δίνοντας βήμα στη νεότερη γενιά, δεν παρέδωσε τα όπλα του συγγραφικού ταλέντου της. Συνέχισε απόητη να αποτυπώνει τις εμπνεύσεις της στο χαρτί, κλεισμένη στο μικρό ρετιρέ της στην Κυψέλη, το διαμορφωμένο καλαίσθητα σε έναν συμπαθητικό χώρο φιλικών συναντήσεων.
     Καθισμένη στο γραφείο της αγνάντευε όλο το λεκανοπέδιο, αναπολώντας την αστραφτερή καριέρα της κι αναστέναζε προβληματισμένη για το άγνωστο μέλλον. Εκεί δεχόταν την επίσκεψη όσων φίλων την τιμούσαν και μεταμορφωνόταν σε μια πολύ φιλόξενη οικοδέσποινα, για να τους περιποιηθεί.
     Σε κάποιες τέτοιες συγκινητικές στιγμές της μοιραζόταν τους προβληματισμούς της μαζί μας, ενώ δεν ξεχνούσε να ευγνωμονεί τον Θεό για τα χαρίσματά του, που της πρόσφεραν τόσες χαρές μα και τόση αγάπη απ' τους θαυμαστές της. Ούτε επαναπαυόταν στην ανταπόδωση, που έπαιρνε απ' τους καρπούς της καλλιτεχνικής και κοινωνικής προσφοράς της.
     Η τελευταία της ενασχόληση -πριν την χτυπήσει η βαριά ασθένεια που της προξένησε κινητικά προβλήματα -ήταν η μελέτη του Αθάνατου μας ποιητή ΟΜΗΡΟΥ.Με πολύ φροντίδα έσκυψε πάνω στην ΙΛΙΑΔΑκαι την ΟΔΥΣΣΕΙΑσε μια επίμονη γλωσσολογική έρευνα, για να ξεχωρίσει με μεγάλη ικανοποίηση 3.000 λέξεις του, οι οποίες παρέμειναν ζωντανές και τις χρησιμοποιούμε συστηματικά κι εμείς μέχρι σήμερα.
     Το πόνημά της αυτό δυστυχώς δεν πρόλαβε να το εκδώσει, παρόλες τις προσπάθειες που έκανε να μάθει να χρησιμοποιεί τον υπολογιστή και να το καταγράψει ηλεκτρονικά… Τα αποτελέσμα αυτής της πολύτιμης εργασιας της επιθυμούσε οι συγγενείς της να τα εκτιμήσουν ανάλογα, ώστε να συμβάλουν στην διάσωση και διατήρηση της Αθάνατης γλώσσας μας.
      Η ΖΩΗ ΦΥΤΟΥΣΗ αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε απ' την πλειοψηφία φιλότεχνων Ελλήνων και τιμήθηκε δεόντως από διάφορες Οργανώσεις για την καλλιτεχνική προσφορά. Πολλές τιμητικές βραδιές οργανώθηκαν προς χάρη της και μια απ' τις τελευταίες εμφανίσεις της επί σκηνής ήταν το 2008 στο Ηρώδειο, στην παράσταση «Αυτά που κάψαν το σανίδι» του Σταμάτη Κραουνάκη. Σήμερα την συνοδεύουμε με συγκίνηση στον μεγάλο ταξίδι της… 
ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΖΩΙΤΣΑ ΜΑΣ!

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Ναυμαχία του Ακτίου

Η Ναυμαχία του Ακτίου
Η Ναυμαχία του Ακτίου, πίνακας του Λορέντζο Κάστρο, 1672


Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο και το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη, που έγινε στο Άκτιο, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Η ναυμαχία ήταν συνέπεια του εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στον Γάιο Οκτάβιο και τον Μάρκο Αντώνιο, που διεκδικούσαν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, την εξουσία στο απέραντο κράτος της Ρώμης. Τελείωσε με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και τη διαφυγή τους.

Εισαγωγή

Η σημαντικότερη ημερομηνία για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ιδίως για τους Λατίνους ιστορικούς, είναι η 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ., η ημέρα πού έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου που έκρινε την τύχη της ανώτατης ηγεσίας του ρωμαϊκού Κράτους. Το Άκτιο είναι το ακροτελεύτιο ακρωτήριο της Ακαρνανίας, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, απέναντι από την Πρέβεζα, από την οποία απέχει μόλις 725 μέτρα. Αντίπαλοι ήταν από τη μία πλευρά ο Γάιος Οκτάβιος (Gaius Octavius), μετέπειτα Αυτοκράτωρ Αύγουστος (Augustus), ή Οκταβιανός (Octavian) και από την άλλη ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius), γαμπρός του Οκταβιανού (είχε παντρευτεί την Οκταβία, αδελφή του Οκταβιανού) και η Βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα Ζ'. Ο Γάιος Οκτάβιος έπεισε τη Σύγκλητο να επιτεθεί στον Μάρκο Αντώνιο, με την κατηγορία ότι σύνηψε ερωτική σχέση και συμμαχία με την Κλεοπάτρα και ότι σκόπευε να παραδώσει στους Αιγύπτιους Ρωμαϊκή γη.

Ιστορικές πηγές

Για τη ναυμαχία του Ακτίου και τη Νικόπολη διαθέτουμε άφθονο ιστορικό υλικό, αλλά δυστυχώς από κανένα αυτόπτη μάρτυρα. Έγραψαν για αυτήν, μεταξύ άλλων, ο Πλούταρχος, ο Δίων Κάσσιος, ο Στράβων, ο Γάιος Σουητώνιος, ο Γάιος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο περιηγητής Παυσανίας, ο Απόστολος Παύλος στην προς Τίτον επιστολή, ο Βιργίλιος, ο Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς, ο Ωριγένης και ο Προκόπιος.

Κλεοπάτρα

Το όνομα Κλεοπάτρα ετυμολογικά προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις κλέος (=δόξα) και πατήρ και αφορά επτά (7) βασίλισσες της Αιγύπτου. Η τελευταία από αυτές είναι η Κλεοπάτρα η Ζ' (Κλεοπάτρα Φιλοπάτωρ, Ιανουάριος 69 π.Χ. – 12 Αυγούστου, 30 π.Χ.). Η Κλεοπάτρα Ζ' ήταν συγκυβερνήτης της Αρχαίας Αιγύπτου με τον πατέρα της Πτολεμαίο ΙΒ' και αργότερα με τα αδέρφια και ταυτοχρόνως συζύγους της, Πτολεμαίο ΙΓ' και Πτολεμαίο ΙΔ'. Αργότερα έγινε η ανώτατη μονάρχις της Αιγύπτου, και σύναψε συμμαχία με τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα (Gaius Julius Caesar) που της εξασφάλισε το θρόνο. Με τον Ιούλιο Καίσαρα συνδέθηκε ερωτικά και απέκτησαν ένα παιδί, τον Καισαρίωνα. Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, το 44 π.Χ., συστρατεύτηκε με τον Μάρκο Αντώνιο, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε με βάση το Αιγυπτιακό εθιμοτυπικό. Απέκτησαν τρία παιδιά (Κλεοπάτρα Σελήνη Β'Αλέξανδρος ΉλιοςΠτολεμαίος Φιλάδελφος). Οι ενώσεις της με τους αδερφούς της δεν είχαν ως αποτέλεσμα γεννήσεις παιδιών. Άλλωστε οι σχέσεις τους δεν ήταν ιδιαίτερα καλές.
Η βασιλεία της Κλεοπάτρας Ζ' σηματοδοτεί το τέλος της Ελληνιστικής και την αρχή της Ρωμαϊκής Περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο. Αποτέλεσε τον τελευταίο Φαραώτης Αρχαίας Αιγύπτου, καθώς ο γιος της Καισαρίων βασίλεψε μόνο κατ' όνομα, προτού εκτελεστεί με διαταγή του Οκταβιανού μετά την τραγωδία της Ναυμαχίας του Ακτίου. Τα υπόλοιπα τρία, ορφανά μετά την αυτοκτονία της, παιδιά έλαβαν χάρη από τον Οκταβιανό, μεταφέρθηκαν στη Ρώμη και τα μεγάλωσε η Οκταβία, χήρα του Μάρκου Αντώνιου.

Προετοιμασία της μάχης

Η παράταξη των πλοίων των αντιπάλων στη Ναυμαχία του Ακτίου έχει περιγραφεί άριστα από τον Πλούταρχο, και οι αρχαιολόγοι μας έχουν εφοδιάσει με αναλυτικά σχέδια της ναυμαχίας με πλήρεις λεπτομέρειες, αλλά τα σχέδια των αρχαιολόγων δεν μοιάζουν σε όλες τις λεπτομέρειες.

Η πλευρά του Οκταβιανού

Ο Γάιος Οκτάβιος απέπλευσε από το Βρινδήσιο (Brindisiun, σημερινό Πρίντεζι) με ισχυρές ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Κάτω από την αρχηγία του ικανότατου ναυάρχου (στρατηγού) Μάρκου Αγρίππα (Marcus Vipsanius Agrippa) κατέπλευσαν στο λιμάνι Κόμαρος (σημερινός Μύτικας) 400 πολεμικά πλοία με 75.000 πεζούς στρατιώτες, και 12.000 ιππείς. Μαρμάρινη προτομή του Αγρίππα εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως. Η προτομή βρέθηκε τυχαία από τον Ιωάννη Νούσια φύλακα του μουσείου Νικοπόλεως σε παρακείμενο χωράφι.
Υπολογίζεται ότι ο Γάιος Οκτάβιος έφτασε στην Πρέβεζα ένα μήνα νωρίτερα από τη ναυμαχία του Ακτίου και οχύρωσε το αρχηγείο του σε λόφο ύψους περίπου 100 μέτρων, βόρεια της κοινότητας Σμυρτούλας, εκεί που ανακαλύφθηκε το Μνημείο Αυγούστου. Πέραν του Αγρίππα, τον Γάϊο Οκτάβιο συνόδευαν οι στρατηγοί του Λούκιος Αρρούντιος (Lucius Arruntius), Μάρκος Λούριος (Marcus Lurius) και ο Μάρκος Οκτάβιος (Marcus Octavius). Ο στόλος του Οκτάβιου παρατάχθηκε δυτικά του Παντοκράτορα Πρέβεζας. Ειδικότερα, ο Μάρκος Οκτάβιος, ο Μάρκος Ουϊψάνιος (Marcus Uepsanius), o Λούσιος Αρρόντιος και ο Οκταβιανός παρατάχθηκαν στα ανοικτά του Ιονίου, παράλληλα προς τις αντίπαλες διατάξεις. Νότια της θαλάσσιας περιοχής του Ακτίου παρατάχθηκε με τα πλοία του ο Μάρκος Λούριος, ενώ ο Τ. Στατίλιος (Τ. Statilius), ήταν επικεφαλής του στρατοπέδου του Οκταβιανού στο λόφο της Σμυρτούλας.

Η πλευρά του Μάρκου Αντώνιου και Κλεοπάτρας

Ο Μάρκος Αντώνιος με την Κλεοπάτρα έφτασαν καθυστερημένα στην περιοχή, και οχύρωσαν βιαστικά ένα στρατόπεδο στο Άκτιο, κοντά στο σημερινό αεροδρόμιο του ΝΑΤΟ, αλλά και ένα μικρότερο προχωρημένο φυλάκιο στη χερσόνησο της Πρέβεζας. Είχαν 480 πολεμικά πλοία, 60.000 πεζούς στρατιώτες και 12.000 ιππείς. Τα πλοία του Αντωνίου, αιγυπτιακής κατασκευής τα περισσότερα, ήταν μεγάλα και ισχυρά, οπλισμένα με πύργους, πετροβόλες μηχανές (καταπέλτες) και κόρακες (τεράστιες σιδερένιες αρπάγες). Αυτό όμως τα καθιστούσε και δυσκίνητα.
Ο στόλος του ενισχυόταν και από 60 Αιγυπτιακά πλοία της Κλεοπάτρας. Λέγεται ότι η Κλεοπάτρα έλαβε μέρος στη Ναυμαχία με τη Βασιλική ναυαρχίδα της, την "Αντωνία", με όλα τα κοσμήματα και θησαυρούς, κατά την Αιγυπτιακή παράδοση. Ενώ όμως ήταν ολοφάνερη η υλική υπεροχή του Αντώνιου, μεγάλο μέρος του στόλου του ήταν ουσιαστικά άχρηστο γιατί παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες να στρατολογηθούν πληρώματα ο αριθμός των κωπηλατών ήταν ανεπαρκής. Η θέση του Αντώνιου ήταν ήδη δύσκολη, αλλά επιδεινώθηκε γιατί μετά από αποκλεισμό του στρατηγού Αγρίππα στερήθηκε το πόσιμο νερό.
Ο Μάρκος Αντώνιος είχε επικεφαλής των ναυτικών του δυνάμεων τον Μάρκο Ινστήϊο (Marcus Insteius), τον Γάϊο Σόσιο (Gaius Sosius), και τον Κλαύδιο Καίλιο (Claudius Kaelius), ενώ στην ξηρά τον Πούβλιο Κανίδιο Κράσσο (Publius Canidius Crassus). Πέραν αυτών υπήρχαν και Αιγύπτιοι στρατιωτικοί και ναυτικοί. Ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρατάχθηκαν στον εγγύς θαλάσσιο χώρο του Στενού Πρεβέζης, από τον Παντοκράτορα μέχρι την περιοχή του σημερινού αεροδρομίου του Ακτίου, ανατολικά της παράταξης των πλοίων του Οκταβιανού. Ο Μάρκος Αντώνιος παρατάχθηκε βόρεια, ο Μάρκος Ινστήϊος κεντρικά και ο Γάιος Σόσιος με τον Κλαύδιο Καΐλιο νότια. Κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας έγινε εκ μέρους του Αντωνίου κίνηση υπερκεράσεως με πλεύση σκαφών εντός του Αμβρακικού κόλπου προσθίως της χερσονήσου της Λασκάρας. Ο Πούβλιος Κανίδιος Κράσσος ήταν επικεφαλής του στρατοπέδου του Αντωνίου στο Άκτιο.

Διοικητική μέριμνα

Δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία και είναι άγνωστο από που σιτίζονταν και υδρεύονταν αυτές οι τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις εκατέρωθεν (159.000 άτομα). Η πιο πιθανή εκδοχή ύδρευσης είναι οι πολλές πηγές της περιοχής αλλά και ο καθαρός τότε ποταμός Λούρος (τότε λεγόταν Χάραδρος ποταμός) που εκβάλλει στο Μιχαλίτσι, πολύ κοντά στο Αρχηγείο του Οκτάβιου. Είναι επίσης γνωστό ότι το 168 π.Χ. ο Ρωμαίος Αιμίλιος Παύλος (Aemilius Paulus) είχε επιτεθεί την Ήπειρο και τις γύρω πόλεις τις οποίες κατάστρεψε, συνέλαβε δε 150.000 ομήρους πού οδήγησε ως δούλους στη Νότια Ιταλία. Όμως πολλοί κάτοικοι των πόλεων πού κατάστρεψε ο Αιμίλιος Παύλος γλύτωσαν φεύγοντας στα βουνά και αργότερα επέστρεψαν και κατοίκησαν πάλι τις πόλεις. Το Ανακτόριον και η Βερενίκη είναι δύο από αυτές τις πόλεις πού κατοικήθηκαν πάλι και προφανώς εκατοικούντο κατά την περίοδο της Ναυμαχίας του Ακτίου. Αυτό μας δίνει εξήγηση για το θέμα της σίτισης των χιλιάδων στρατιωτών. Πέραν αυτού υπήρχαν και υπάρχουν γύρω από το Ανακτόριον και το Άκτιο πολλές μικρές λίμνες με πόσιμο νερό.

Ο «Νίκων» και ο «Ευτύχιος»

Στον Πλούταρχο («Βίοι Παράλληλοι: Η Ζωή του Μάρκου Αντώνιου») υπάρχει και το εξής χαρακτηριστικό εδάφιο: κατά τη διάρκεια της στρατοπέδευσης του Οκταβιανού στο λόφο της Σμυρτούλας Πρέβεζας, ένας γεωργός –προφανώς κάτοικος της διπλανής πόλης Βερενίκη- πέρασε κοντά στον μετέπειτα Αυτοκράτορα Οκταβιανό ο οποίος τον ρώτησε «πώς λέγεσαι;». «Νίκων» απάντησε ο γεωργός. «Και ο γάιδαρος;» «Ευτύχιος». Αυτές οι απαντήσεις θεωρήθηκαν αίσιος οιωνός για τον Γάϊο Οκταβιανό και μετά την ευτυχή κατάληξη της Ναυμαχίας με νίκη και προς τιμήν τους, διέταξε και κατασκευάσθηκαν δύο ορειχάλκινα αγάλματα του «Νίκωνα» (γεωργός) και του «Ευτύχιου» (γάιδαρος) τα οποία τοποθετήθηκαν σε βάθρα στο Μνημείο Αυγούστου. Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν αυτά τα ορειχάλκινα αγάλματα, τα οποία όμως αργότερα μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, και τοποθετήθηκαν στο στάδιο της πόλης, όπου και καταστράφηκαν κατά τη «Στάση του Νίκα».

Η ναυμαχία του Ακτίου

Η αλήθεια είναι ότι επιθυμία του Μάρκου Αντωνίου ήταν να γίνει μάχη επί ξηράς και όχι ναυμαχία. Εξάλλου όλες οι προετοιμασίες εκατέρωθεν αποσκοπούσαν σε μάχη επί ξηράς. Όμως υπήρξε διαμάχη ανάμεσα στο επιτελείο του Μάρκου Αντώνιου και τους επιτελείς Αιγύπτιους στρατηγούς της Κλεοπάτρας σχετικά με το θέμα, και τελικά αποφασίσθηκε η αναμέτρηση στη θάλασσα.
Η ναυμαχία άργησε να ξεκινήσει λόγω άπνοιας. Φαίνεται να ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. με βορειοδυτικό άνεμο και συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Η σύγκρουση έγινε στο κέντρο της παράταξης, έξω από το Στενό της Πρέβεζας, απέναντι και λίγο βόρεια του Αεροδρομίου του Ακτίου. Τα μικρά και ευέλικτα πλοία του Αγρίππα (λατινικά liburnae και Ελληνικά λιβυρνίδες) άρχισαν να εμβολίζουν το ένα μετά το άλλο τα δυσκίνητα πλοία του Μάρκου Αντώνιου. Πρόσφατες τοπικές έρευνες του Αμερικανού αρχαιολόγου εναλίων αρχαιοτήτων William Murray έδειξαν ότι σαφώς χρησιμοποιήθηκαν και ναυτικοί καταπέλτες που εκτοξεύουν λίθινες σφαίρες διαμέτρου περίπου 20-30 εκατοστών. Κάποιες από αυτές έχουν φωτογραφηθεί στο βυθό, όπως και ένα πιθανό τμήμα πλοίου.
Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας τα εμβολιζόμενα πλοία παρεδίδοντο στην πυρά, πυρπολούμενα, ή αιχμαλωτίζονταν. Ενώ η ναυμαχία του Ακτίου εξελίσσονταν, το μεγαλύτερο τμήμα του επίγειου στρατού του Μάρκου Αντώνιου αυτομόλησε και παραδόθηκε στον Αγρίππα. Η Κλεοπάτρα, παρατηρώντας αμέτοχη τις εξελίξεις, πανικοβλήθηκε και αποχώρησε από το χώρο της ναυμαχίας, ξεφεύγοντας μέσα από ένα άνοιγμα των αντιπάλων πλοίων, αφήνοντας αβοήθητο και τραυματισμένο τον Αντώνιο. Επικράτησε πανικός και τελικά ο Μάρκος Αντώνιος διέφυγε με τα απομεινάρια του στόλου του, ακολουθώντας την Κλεοπάτρα.
Οι απώλειες της ναυμαχίας κατά τον Πλούταρχο φαίνεται να ήταν πενήντα πλοία του Αντώνιου και 5.000 άνδρες νεκροί (αρκετοί από τους οποίους πνίγηκαν). Πολλά πλοία αιχμαλωτίστηκαν από τον Αγρίππα αλλά και αρκετά παραδόθηκαν στην πυρά, αφού τους αφαιρέθηκαν τα χάλκινα έμβολα. Είναι βέβαιο ότι αφαιρέθηκαν τουλάχιστον 50 έμβολα, εκ των οποίων τα 36 τοποθετήθηκαν στο Μνημείο Αυγούστου και τα υπόλοιπα εστάλησαν στη Ρώμη. Ο Οκταβιανός είχε νικήσει και κατέστη κυρίαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Τελικά μετά από τέσσερα χρόνια, το 27 π.Χ., ο Οκταβιανός ανακηρύχθηκε στη Ρώμη πρώτος Princeps της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υιοθέτησε τον τίτλο Augustus (Αύγουστος). Σε ανάμνηση της νίκης του έχτισε στο Άκτιο μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο Ναό του Ακτίου Απόλλωνα, και καθιέρωσε να γίνονται κάθε πέντε χρόνια (από το έτος 28 π. Χ.) τα Άκτια, αγώνες με την ίδια επισημότητα που είχαν τα Ολύμπια, τα Ίσθμια, τα Πύθια και τα Νέμεα. Οργάνωσε επίσης και αγώνες στο ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος που βρισκόταν στα όρια Μεσσηνίας και Λακωνίας προς τιμήν των Σπαρτιατών, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό του. Οι αγώνες αυτοί συνεχίστηκαν κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια.
Ο Οκτάβιος επίσης έκτισε μια καινούργια πόλη, τη Νικόπολη (Nicopolis, Nikopolis), για να θυμίζει τη νίκη του, απέναντι από το Άκτιο, περίπου οκτώ χιλιόμετρα από την Πρέβεζα. Θαυμαστά δημόσια κτίρια της Νικόπολης είναι το Ρωμαϊκό Ωδείο (700 θέσεις), οι τρεις θέρμες (Δημόσια Λουτρά), το Θέατρο Οκταβιανού (2000 θέσεις), το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο Νικόπολης (μήκους 50 χιλιομέτρων) με το Νυμφαίον του, το Ρωμαϊκό Στάδιο, το Γυμνάσιο, τα Ρωμαϊκά Τείχη, κλπ. Η Νικόπολη αναδείχτηκε σε σημαντικό κέντρο της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Ελλάδας πρωτού ερημωθεί τον 13ο αιώνα, όταν οι κάτοικοι της πόλης μετακινήθηκαν στους αγρούς και στην νεοιδρυθείσα Πρέβεζα, η τοποθεσία της οποίας προστάτευε περισσότερο από επιδρομές. Όμως το κυριότερο έργο του Αύγουστου Οκταβιανού είναι το λεγόμενο ‘’Μνημείο Αυγούστου’’ ένας ναός αφιερωμένος στους Θεούς Άρη και Ποσειδώνα, στο λόφο της Σμυρτούλας Πρέβεζας, ο οποίος κτίστηκε ακριβώς στο σημείο που είχε το αρχηγείο του.

Μετά τη ναυμαχία

Ο θάνατος της Κλεοπάτρας, πίνακας του Ρέτζιναλντ Άρθουρ, 1892















Η Κλεοπάτρα διέφυγε με το στόλο της μέσα από ένα κενό της διάταξης των εχθρικών πλοίων, έφτασε στην Αλεξάνδρειακαι ενημέρωσε ψευδώς το λαό της ότι δήθεν νίκησαν στη ναυμαχία. Ο Μάρκος Αντώνιος επέστρεψε από το Άκτιο στην Αίγυπτο τραυματισμένος ελαφρά, με ένα τμήμα του στρατού του (το υπόλοιπο είχε αυτομολήσει). Μετά από ένα διάστημα μηνών ο Αύγουστος αποβιβάστηκε σε άλλη περιοχή της Αιγύπτου και όδευσε προς την Αλεξάνδρεια.
Κατά μία άποψη ο Αντώνιος βγήκε στην έρημο και «κτυπήθηκε» ανεπιτυχώς με τον Οκταβιανό. Άλλη άποψη λέει ότι ο στρατός του παραδόθηκε ή αυτομόλησε στον Οκταβιανό. Ο Μάρκος Αντώνιος τραυματίστηκε βαριά και επέστρεψε στα ανάκτορα της Κλεοπάτρας μεταφερόμενος σε άρμα. Κατά μία εκδοχή πέθανε σε λίγες ώρες από αιμορραγία ενώ κατ' άλλη εκδοχή λέγεται ότι αυτοκτόνησε με το ξίφος του μαθαίνοντας πως η Κλεοπάτρα είχε πεθάνει.
Σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, τον Ολύμπιο, μεταφέρθηκε κοντά σε εκείνη και πέθανε στα χέρια της. Η Κλεοπάτρα φυγάδευσε τον 17χρονο γιό της Καισαρίωνα έγκαιρα, αλλά τελικά το παιδί συνελήφθη και εκτελέστηκε μαζί με το δάσκαλό του, με εντολή του Οκταβιανού. Λέγεται ότι δίνοντας την εντολή ο Οκταβιανός είπε «Υπερβολικά πολλοί Καίσαρες». Ο Οκταβιανός εισέβαλε στην Αλεξάνδρεια και άρχισε διαπραγματεύσεις με την Κλεοπάτρα. Κάποια στιγμή «συμφώνησαν» να οδηγηθεί η Κλεοπάτρα στη Ρώμη και να δηλώσει υποταγή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αλλά να παραμείνει στον Αιγυπτιακό θρόνο ο γιος της Καισαρίων, πράγμα πού δεν αποδέχθηκε ο Οκταβιανός. Έτσι, η Κλεοπάτρα, υπό το πρόσχημα προετοιμασίας Αιγυπτιακής κηδείας για τον Αντώνιο, στις 12 Αυγούστου 30 π.Χ., κλείσθηκε σε ένα χώρο του ανακτόρου της και κατά την παράδοση, αυτοκτόνησε με τσίμπημα κόμπρας στο στήθος. Το ίδιο έκαναν και οι δύο πιστές της υπηρέτριες. Κατά μια άλλη άποψη η αυτοκτονία έγινε με κάποιο δηλητήριο.
Οι Ρωμαίοι έσπασαν την πόρτα με πολιορκητικό κριό και βλέποντας το πτώμα της Κλεοπάτρας, ο Αύγουστος είπε «Νίκησες Κλεοπάτρα». Στα άλλα τρία παιδιά του Αντώνιου δόθηκε χάρη από τον Οκταβιανό και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη όπου τα μεγάλωσε η Οκταβία, αδερφή του Οκταβιανού και χήρα πλέον του Αντώνιου. Το κορίτσι, η Κλεοπάτρα Σελήνη, μεγάλωσε κανονικά και παντρεύτηκε το Βασιλιά Ιούβα ΙΙ της Μαυριτανίας με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Για τα άλλα δύο παιδιά της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου, δεν υπάρχουν πληροφορίες.

Η διαφυγή της Κλεοπάτρας

Η κλασσική άποψη των ιστορικών, με βάση τις περιγραφές του Πλούταρχου, είναι ότι η Κλεοπάτρα διέφυγε διασπώντας τον κλοιό μεταξύ Λούσιου Αρούντιου και Μάρκου Λούριου. Ξέφυγε δηλαδή μέσα από χάσμα της διάταξης των πλοίων. Κατά μία άλλη άποψη, καθαρά προφορική, μη αποδεκτή από την πλειοψηφία των αρχαιολόγων, οι Αιγύπτιοι στρατηγοί της Κλεοπάτρας είχαν σχέδιο διαφυγής το οποίο εκτελέστηκε με επιτυχία. Κατά τη δεύτερη αυτή άποψη, τα πλοία της συγκεντρώθηκαν στον όρμο Αγίου Νικολάου Αιτωλοακαρνανίας. Από εκεί μέσω ενός καναλιού (αυλακιού) διαμέτρου 5 μέτρων (υπάρχει και σήμερα, με το όνομα διώρυγα Κλεοπάτρας) πού είχαν από πριν σκάψει και καμουφλάρει κατάλληλα με δέντρα, εισήλθαν στην αβαθή ελώδη λίμνη Βουλκαριά. Από εκεί ρυμούλκησαν τα πλοία μέσα στην ελώδη περιοχή η οποία συνδέει τη λίμνη Βουλκαριά με τον Όρμο Παλαίρου Αιτωλοακαρνανίας. Από εκεί τα πλοία διέφυγαν προς την Αίγυπτο, περνώντας ανάμεσα στα νησιά Μεγανήσι και Κάλαμος γειτονικά της Λευκάδας.
Οι αρχαιολόγοι δεν υιοθετούν αυτή την άποψη διαφυγής της Κλεοπάτρας και ισχυρίζονται ότι το κανάλι της Κλεοπάτρας είναι μεταγενέστερο», και ουδεμία σχέση έχει με εκείνη την ιστορική περίοδο. Ο τίτλος «Κανάλι της Κλεοπάτρας» είναι εντελώς αυθαίρετος ιστορικά. Σύμφωνα με Γερμανό αρχαιολόγο, ο οποίος δήλωσε ότι πραγματοποίησε τομή εδάφους το έτος 2000, διαπίστωσε ότι το κανάλι είναι μεταγενέστερο, περί το 1.000 μ.Χ.
Είναι απίθανη αυτή η εκδοχή διαφυγής της Κλεοπάτρας μέσα από το μεταγενέστερο «Κανάλι Κλεοπάτρας», διότι η απόσταση μεταξύ της νότιας όχθης της λίμνης Βουλκαριάς και του Όρμου της Παλαίρου είναι περίπου 8 χιλιόμετρα και όχι πάντα ελώδους έκτασης. Τέτοιο έδαφος δεν είναι καθόλου κατάλληλο για πλεύση ή έστω για σύρσιμο βαρέων πλοίων με σχοινιά.

Το Μνημείο Αυγούστου στη Νικόπολη

Στους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς ήταν ήδη γνωστό από τον Δίωνα Κάσσιο (51.1.3) ότι «ο Οκταβιανός ανήγειρε Μνημείο το οποίο κόσμησε με τα χάλκινα έμβολα των αιχμαλωτισθέντων πλοίων, στο χώρο όπου είχε στρατοπεδεύσει». Επίσης ο Στράβων (7.7.6) μνημονεύει το λόφο της Σμυρτούλας, ως «ιερό λόφο του Απόλλωνα». Πριν από εκατό περίπου χρόνια, περίπου 1.500 μέτρα βόρεια από τη Νικόπολη, σε μια πλαγιά κάτω από τους λόφους της σημερινής κοινότητας Νικόπολη (Σμυρτούλα) βρέθηκε το κρηπίδωμα του Βωμού -ή Μνημείου- του Αυγούστου, πού χτίστηκε αφιερωμένο στους θεούς Άρη και Ποσειδώνα. Το Μνημείο ανασκάφτηκε το έτος 1911 από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δυστυχώς τα Ιταλικά στρατεύματα λεηλάτησαν το χώρο αυτό, είτε με σκοπό την κατασκευή οχυρωματικών έργων στο λόφο, είτε με σκοπό την αρχαιοκαπηλία. Πέραν αυτού, πολλές αμμοληψίες πού έγιναν στην περιοχή, είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί καθίζηση όλο το Μνημείο. Πρόσφατα, τα έτη 1995-2007, με τη χρηματοδότηση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το Interreg ΙΙ, η ΙΒ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό την εποπτεία του καθηγητή Δρ. Κων. Ζάχου πραγματοποίησε στο Μνημείο Αυγούστου έργα ανασκαφών, αναστήλωσης και τεκμηρίωσης.
Το Μνημείο Αυγούστου ήταν κτίριο μήκους 62 μ. και πλάτους 45 μ. όπου ο Αύγουστος είχε δώσει εντολή να τοποθετηθούν, σε ειδικά λαξευμένες «θήκες», 36 πραγματικά ακρόπρωρα (έμβολα) διαφόρων μεγεθών από πλοία της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου. Τα έμβολα αυτά έχουν συληθεί ή αφαιρέθηκαν μεταγενέστερα για να κοπούν νομίσματα ή να κατασκευασθούν άλλα μεταλλικά αντικείμενα, επί Θεοδοσίου. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές η διακόσμηση μνημείων με έμβολα πλοίων ύστερα από νικηφόρα ναυμαχία αποτελούσε παλαιά συνήθεια των Ρωμαίων. Το πιο φημισμένο μνημείο αυτού του είδους ήταν το βήμα της Αγοράς (Forum) στην Αρχαία Ρώμηγνωστό ως Rostra (έμβολοι). Το μνημείο αυτό, που είχε ανακαινισθεί πολλές φορές και είχε μετακινηθεί από την αρχική του θέση, έφερε δύο παράλληλες σειρές εμβόλων.
Τα Rostra, μνημείο της αρχαίας Ρώμης. Οι "θήκες" για τα έμβολα-τρόπαια φαίνονται κάτω αριστερά στην εικόνα
Επίσης πέραν του Μνημείου Αυγούστου πού είχε 36 έμβολα, υπάρχουν αρχαίες πηγές πού αναφέρουν ότι έμβολα από τη Ναυμαχία του Ακτίου τοποθετήθηκαν από τον Αύγουστο και μπροστά από τον Ναό του Ιουλίου Καίσαρα στη Ρώμη (Rostra Aedis Divi Julii). Σημειωτέον ότι παγκοσμίως έχει βρεθεί μόνο ένα μεταλλικό έμβολο αρχαίου πολεμικού πλοίου, στην παραθαλάσσια πόλη Αθλίτ (Athlit) του Ισραήλ (Περιοδικό Αρχαιολογία 2000, και William Murray, 2004) και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο της Χάϊφας του Ισραήλ. Το έμβολο αυτό ταιριάζει ακριβώς σε μία από τις οπές του Μνημείου Αυγούστου. Κατά τον William Murray πρέπει να κατασκευάσθηκε στην Κύπρο περί τον 2ο αιώνα πχ και φαίνεται ότι το ίδιο ακριβώς είδος πλοίου και εμβόλου κατασκευάζονταν και την εποχή που έγινε η Ναυμαχία του Ακτίου.
Στο Μνημείο Αυγούστου άρχισε το έτος 1995 ανασκαφές η ΙΒ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό τον καθηγητή αρχαιολογίας Δρ. Κωνσταντίνο Ζάχο, με σημαντικά ευρήματα. Το έτος 2001, στο άνω άνδηρο του Μνημείου, βρέθηκε μονολιθικό ημικυκλικό μαρμάρινο βάθρο, το οποίο φέρει ανάγλυφη αρχαϊστική παράσταση δέκα ηρώων και θεών του ελληνικού πανθέου και επίστεψη από εναλλασσόμενα άνθη λωτού και ανθέμια. Μεταξύ των μορφών στην ημικυκλική επιφάνεια, διακρίνονται ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, ο Ερμής, συνοδευόμενος από τρεις Χάριτες, ο Ηρακλής, και η Αθηνά. Πιθανολογείται η ύπαρξη και δεύτερου τέτοιου βάθρου (Κων. Ζάχος, 2001). Το εύρημα θεωρείται πολύ σημαντικό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόκειται για το βάθρο του αγάλματος του Νίκωνα, και η ανακάλυψη δημοσιεύθηκε σε Ελληνικά και ξένα περιοδικά Αρχαιολογίας. Το βάθρο αυτό ήδη συντηρείται και θα εκτεθεί στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως.
Κατά τις εργασίες αποκατάστασης του Μνημείου Αυγούστου, βρέθηκε από την ομάδα Ζάχου ένα υπόλειμμα μεταλλικού εμβόλου περί τα 50 κιλά το οποίο αφαιρέθηκε προσεκτικά και φυλάσσεται για να εκτεθεί στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικοπόλεως. Επίσης βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή αγάλματος του Οκταβιανού.
Στο Μνημείο Αυγούστου έχουν επίσης βρεθεί αρκετά θραύσματα μιας τεράστιας αναθηματικής επιγραφής στα λατινικά. Μετά από χρόνια ερευνών τελικά η επιγραφή συναρμολογήθηκε και σήμερα το κείμενο έχει ως εξής: «Vacat Imp. Caesar Divi Juli f Victoriam Consecutus Bello Quod Pro Republica Gessit In Hac Regione Consul Quintum Imperator Septimum Pace Parta Terra Marique Neptuno et Marti Castra ex Quibus Ad Hostem Insequendum Egressus Est Navalibus Spoliis Exornata Consacravit Vacat». Μετάφραση: «Ο αυτοκράτωρ στρατηγός Καίσαρ, γιος του θεϊκού Ιουλίου, μετά τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου πού διεξήγαγε υπέρ της δημοκρατίας σε αυτή την περιοχή, όταν ήταν ύπατος για πέμπτη φορά και στρατηγός για έβδομη, μετά την εδραίωση της ειρήνης στην στεριά και τη θάλασσα, αφιέρωσε στον Ποσειδώνα και στον Άρη το στρατόπεδο από όπου εφόρμησε κατά του εχθρού, το οποίο τώρα κοσμείται με λάφυρα των πλοίων».
Επίσης, πέραν της λατινικής επιγραφής και του μαρμάρινου βάθρου του Νίκωνα, στο Μνημείο Αυγούστου η αρχαιολογική σκαπάνη τα τελευταία δέκα χρόνια έχει αποκαλύψει εκατοντάδες θραύσματα, εκ των οποίων μέχρι στιγμής το κυριότερο είναι ένα σύνολο πέντε μαρμάρινων θραυσμάτων μίας ανάγλυφης πλάκας της ζωφόρου του βωμού μήκους 282cm με απεικονίσεις. Η αρχαιολογική έρευνα στο χώρο συνεχίζεται.

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου




















Μετά την πτώση της Ακρόπολης (24 Μαΐου 1827) η Επανάσταση του '21 έπνεε τα λοίσθια. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα είχε κατασταλεί και μόνο στανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου παρέμενε ζωντανή. Κι εκεί, όμως, απειλείτο από τον Ιμπραήμ, που σκόπευε να εκστρατεύσει κατά του Ναυπλίου και της Ύδρας. Σε αυτήν τη δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή διπλωματία άλλαξε στάση και άρχισε να διάκειται ευμενώς προς την Επανάσταση. Συνέβαλε σε αυτό και ο νέος Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γεώργιος Κάνινγκ, που έδωσε μια πιο φιλελεύθερη τροπή στην εξωτερική πολιτική της Γηραιάς Αλβιόνας. Έτσι, στις 24 Ιουνίου 1827 υπογράφτηκε στο Λονδίνο συνθήκη μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που καθόριζε τα της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Σύμφωνα με τη συνθήκη, ιδρυόταν ελληνικό κράτος υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, με σύνορα τον Αμβρακικό και τον Παγασητικό Κόλπο. 
Στη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος» υπήρχε κι ένα μυστικό άρθρο, που προέβλεπε την επέμβαση των τριών δυνάμεων, εάν οι δύο εμπόλεμοι δεν δέχονταν τους όρους της σύμβασης.

Προς τούτο, ο αγγλικός στόλος υπό τον αντιναύαρχο Κόδριγκτον, ο γαλλικός υπό τον υποναύαρχο Δεριγνύ και ο ρωσικός υπό τον υποναύαρχο Χέυδεν, κατέπλευσαν στην Πελοπόννησο για να επιβάλουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Η ελληνική πλευρά δέχτηκε με προθυμίας την πρόταση των τριών Συμμάχων, ενώ ο Σουλτάνος δυσανασχέτησε και απέκρουσε οποιαδήποτε επέμβαση στην επικράτειά του.
Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, υπό τους Ταχίρ Πασά, Μουχαρέμ Μπέη και Μουσταφά Μπέη, πρόλαβε να προσορμισθεί στη λιμνοθάλασσα του Ναβαρίνου (σημερινή Πύλος), προτού προλάβει ο Δεριγνύ να τον εμποδίσει. Στόχος, τώρα, των τριών ναυάρχων ήταν να παρεμποδίσουν τη μεταφορά αιγυπτιακών στρατευμάτων σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Ο Κόδριγκτον, που είχε το γενικό πρόσταγμα, διαμήνυσε στον Ιμπραήμ (7 Σεπτεμβρίου 1827) ότι ο στόλος του βρισκόταν εκεί για να επιβάλει ανακωχή και τον προειδοποίησε ότι τυχόν άρνησή του θα τον υποχρέωνε να την επιβάλει δια της βίας. 
Ο Ιμπραήμ, που συνέχιζε με αμείωτη ένταση τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του στην Πελοπόννησο, πήρε μάλλον αψήφιστα την απειλή του Κόδριγκτον και τις επόμενες μέρες δύο μοίρες του τουρκοαιγυπτιακού στόλου εξήλθαν από το Ναβαρίνο με κατεύθυνση την Ύδρα και την Πάτρα. Εμποδίστηκαν, όμως, από τον συμμαχικό στόλο και αναγκάσθηκαν να προσορμιστούν και πάλι στο Ναβαρίνο.
Οι παρασπονδίες του Ιμπραήμ ανάγκασαν τους τρεις ναυάρχους να αλλάξουν γραμμή πλεύσης. Αποφάσισαν τα πλοία τους να εισπλεύσουν στον κόλπο του Ναβαρίνου για να επιτηρούν αποτελεσματικότερα τις κινήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που τον αποτελούσαν συνολικά 89 σκάφη και 41 μεταγωγικά, από τα οποία τα 8 αυστριακά. Η συμμαχική δύναμη ήταν αριθμητικά πολύ μικρότερη. Αποτελείτο από 12 βρετανικά πλοία με επικεφαλής τη ναυαρχίδα «Ασία», 7 γαλλικά με ναυαρχίδα τη φρεγάτα «Σειρήνα» και 8 ρωσικά με ναυαρχίδα το πλοίο «Αζόφ».



















Το μεσημέρι της 8ης Οκτωβρίου τα πλοία του συμμαχικού στόλου άρχισαν να εισπλέουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, με επικεφαλής την αγγλική ναυαρχίδα «Ασία». Ο Κόδριγκτον ήλπιζε ότι έστω και την τελευταία στιγμή ο Ιμπραήμ θα έσπευδε να συμφωνήσει με την προτεινόμενη ανακωχή. Αντί απάντησης, οι Αιγύπτιοι πέρασαν στη δράση και άρχισαν τους πυροβολισμούς κατά της αγγλικής λέμβου, την οποία είχε στείλει με λευκή σημαία ο Κόδριγκτον προς συνεννόηση, με αποτέλεσμα να φονευθεί ο Έλληνας πηδαλιούχος της Πέτρος Μικέλης. Ταυτόχρονα, εκανονιοβολούντο η αγγλική και γαλλική ναυαρχίδα.
Ο Κόδριγκτον, μη έχοντας άλλη λύση, έδωσε το παράγγελμα της επίθεσης. Παρά την αριθμητική υπεροχή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και τη βοήθεια των πυροβολείων της Σφακτηρίας (το νησάκι που σχεδόν φράζει τον κόλπο του Ναβαρίνου), η ναυμαχία αμέσως έκλινε υπέρ του συμμαχικού στόλου, που είχε μεγαλύτερη δύναμη πυρός. Γύρω στις 6 το απόγευμα, η λιμνοθάλασσα είχε γεμίσει από τα κατεστραμμένα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. 12 φρεγάτες, 22 κορβέτες και 25 μικρότερα πλοία είχαν βυθισθεί, ενώ 6.000 άνδρες σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Οι Σύμμαχοι έχασαν 172 άνδρες, ενώ οι τραυματίες ανήλθαν σε 500 περίπου. Δύο πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς και αρκετά υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες.
Η είδηση για τη ναυμαχία έτυχε διαφορετικής υποδοχής στις πρωτεύουσες των δυνάμεων που συμμετείχαν στην επιχείρηση. Στο Λονδίνο ο πρωθυπουργός δούκας του Ουέλινγκτον χαρακτήρισε τη ναυμαχία «ατυχές και απαίσιο γεγονός», ενώ μια μερίδα πολιτικών υποστήριξε ότι ο Κόδριγκτον έπρεπε να παραπεμφθεί στο ναυτοδικείο για ανυπακοή, επειδή δεν είχε εντολή να δράσει. Αντίθετα, στο Παρίσι και τη Μόσχα η είδηση προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό. Ο εμπνευστής της «Ιεράς Συμμαχίας» και μέγας εχθρός της Ελληνικής Επανάστασης πρίγκηπας Μέτερνιχ χαρακτήρισε την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως «αρχή της βασιλείας του χάους».
Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου σήμανε την ελευθερία της Ελλάδας, παρά τη συνεχιζόμενη σφοδρή άρνηση του Σουλτάνου. Οι τρεις δυνάμεις επέβαλαν τελικά τη θέλησή τους και μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 που δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώνα στην Πέτρα της Βοιωτίας, το ελληνικό κράτος είχε σχηματισθεί με βόρεια σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού.

Πηγή: Σαν σήμερα