Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΑΚΡΟΤΑΙΝΑΡΟ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΔΗ

Στο απώτατο άκρο του Μωριά, στο Ακρωτήριο Ταινάρου, περπατώ σε έναν αρχαίο λαξευτό διάδρομο, στα τελευταία μου βήματα προς τον φάρο του Κάβο Ματαπά, στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Ο δρόμος που τερματίζει την οδική μου πορεία, εδώ στην αφετηρία του μονοπατιού, στοΠόρτο-Στέρνες, περνάει από την Αρεόπολη, συνεχίζει για Γερολιμένα και Βάθεια, καταλήγοντας ύστερα από 40χλμ στη διασταύρωση πάνω από το Πόρτο Κάγιο. Από εκεί ακολουθεί πορεία για Μαρμάρι, συναντά την  εκκλησία της Αγίας Τριάδας, στρίβει δεξιά σε νέα διασταύρωση (δεξιά πάει προς Πάλυρο), και σε 3χλμ καταλήγει στο τέρμα του δρόμου, σε έναν μικρό ήσυχο όρμο με βράχια τριγύρω.
Μπροστά μου βρίσκεται ένας μικρός θολωτός ναός, αριστερά ένα λιμανάκι και δεξιά ξεκινάει το μονοπάτι. «Πληγωμένο» από τις τελευταίες φωτιές, φαντάζει βατό και ξεκινά από το τέλος του δρόμου στα δεξιά κοιτώντας την θάλασσα, και διαρκεί, σύμφωνα με όσα μου λέει ο ταβερνιάρης του νοτιότερου οικήματος της Γηραιάς Ηπείρου, το πολύ 40 λεπτά.
Οι πύλες του Άδη
Ιστορικοί τοποθετούν στο Ταίναρο ονομαστό «Ψυχοπομπείο», από όπου κατέβαιναν οι «ταχυδρόμοι» και έπαιρναν τον μακάβριο βαρκάρη για τον κάτω κόσμο! Εδώ οι αρχαίοι πρόγονοί πίστευαν ότι βρισκόταν μία από τις πύλες του Άδη απ’ όπου κατέβηκε ο Ηρακλής και ανέβασε τον Κέρβερο στην γη κατά τον τελευταίο του άθλο.
Οι ντόπιοι λένε ότι η λέξη Κριτήρι, που λέγεται για το Ακροταίναρο δεν σημαίνει Ακρωτήρι, αλλά Κριτήριο των Ψυχών ή Ανώτατο Δικαστήριο.
Τα μοιρολόγια
Τα μοιρολόγια της Μάνης είναι αυτοσχέδια ποιήματα και έχουν σχεδόν υποκαταστήσει τα άλλα τραγούδια, όντας η μόνη μορφή λαϊκής ποίησης και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.  Κανένας Μανιάτης δεν πρέπει να κατέβει στον Άδη χωρίς να τον κλάψουν. Όταν πεθάνει κάποιος οι γυναίκες του χωριού κάθονται γύρω-γύρω από το νεκρό και αρχίζουν ένα διάλογο με μοιρολόγια. Οι γυναίκες μοιρολογούν το νεκρό ιεραρχικά, που, όταν πρόκειται για άνδρα, ξεκινά από τη μάνα και συνεχίζεται από την αδελφή, την κόρη και, τέλος καταλήγει στη γυναίκα του. Αποτελεί τιμή για την οικογένεια του νεκρού να μοιρολογηθεί από άτομο εκτός της οικογένειας.
Τη γυναίκα που λέει ένα μοιρολόι δεν πρέπει να τη διακόψει κανένας και αυτή που θέλει να συνεχίσει ζητά την άδειά της. Το μοιρολόι αρχίζει με το ξενύχτισμα του νεκρού, συνεχίζεται όταν το φέρετρο μεταφέρεται στην εκκλησία και αλλάζει μ’ ένα σπασμωδικό κλάμα μέσα στην εκκλησία την ώρα της ακολουθίας. Γίνεται εντονότερο στο δρόμο προς το νεκροταφείο, όπου ενώνεται με τις φωνές των συγγενών του νεκρού, και αποκορυφώνεται μπροστά στον τάφο. Περπατώντας πάνω σε κακοτράχαλο δρόμο συναντώ το ερειπωμένο εκκλησάκι του Ασωμάτου, χτισμένο με αρχαίο οικοδομικό υλικό.
Μονάχα ο βόρειος τοίχος της εκκλησίας είναι ολόκληρος χτισμένος οικοδομικά με καλοδουλεμένα ορθογώνια λιθάρια. Το μάτι ξεγελιέται και νομίζεις πως ακριβώς στο ίδιο σημείο ήταν χτισμένος ο περιώνυμος ναός του Ταιναρίου Ποσειδώνος, που αναφέρει και ο περιηγητής Παυσανίας.
Για να χτίσουν τη χριστιανική εκκλησία εξαγνίζοντας τους αρχαίους λατρευτικούς χώρους, πήραν υλικά από τον παραπλήσιο ναό του Ποσειδώνα.Στα ανατολικό μέρος έχτισαν μια μικρή αψίδα και στα δυτικά την τοξωτή είσοδο. Η«ιστορία» ολοκληρώνεται λίγο πιο κάτω, κατεβαίνοντας στον ορμίσκο. Μέσα σε μια σπηλαιώδη εσοχή του βράχου, που σήμερα οι τοπικοί ψαράδες βάζουν τα σύνεργά τους, βρισκόταν ο ναός του Ποσειδώνα. Σύμφωνα με τις ιδιόμορφες λατρευτικές συνήθειες των Λακεδαιμονίων, ο Ταινάριος Ποσειδώνας έπρεπε να έχει το ιερό του σε άδυτο, σε σκοτεινό σπηλαιώδη χώρο.
Ο ναός του Ποσειδώνα, το πιο πιθανό είναι να βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το εκκλησάκι του Ασωμάτου. Περίπου 500μ. από το ναό εντός του χώρου της αρχαίας πόλης Ταίναροςσώζεται διακοσμητικό ψηφιδωτό από δάπεδο οικίας της Ελληνιστικορωμαϊκής εποχής (1ου αι. μ.Χ.), αποκαλούμενο «Άστρο της Αριάς». Οι κοιλότητες στον βράχο μοιάζουν με βάσεις δωματίων οικισμού, αφού αρκετές συνδέονται μεταξύ τους με σκαλοπάτια, όπου οι νεότεροι Λακεδαιμόνιοι τις πέρασαν για στέρνες, και γι’ αυτό το λιμανάκι το ονόμασαν Πόρτο-Στέρνες.
Παρά τους αιώνες που έχουν περάσει από πάνω του, ένα εξαιρετικό ψηφιδωτό δωματίου διατηρείται σε καλή κατάσταση και αφήνει έκπληκτο τον επισκέπτη. Από τα ερείπια, όπου υπάρχει και ένα εξαίσιο ψηφιδωτό, το μονοπάτι περνάει δίπλα σε μικρό αραξοβόλι, δρασκελίζει ξερολιθιές και νεροφαγωμένα βράχια, και ανηφορίζει σε μια ευδιάκριτη καμπύλη της ανατολικής πλαγιάς του Ταίναρου. Οι Δωριείς όταν έφτασαν στο τελευταίο σημείο της Ευρωπαϊκής ηπείρου του έδωσαν το όνομα «Μεταπέα Άκρα»,δηλαδή ακρωτήριο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες (Λακωνικός και Μεσσηνιακός κόλπος), απ’ όπου προέρχεται η ονομασία Κάβο Ματαπάς.
Έπειτα από περίπου 25 λεπτά πορείας, βρίσκομαι πάνω στη ράχη και αποκτώ μια πρώτη αίσθηση του ακρωτηρίου, έχοντας πλέον οπτική επαφή με τον περίφημο φάρο του Κάβο Ματαπά.  15 λεπτά έπειτα και «αγγίζω» το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Ο φάρος
Ο φάρος δεσπόζει στο μυτερό ετούτο άκρο που λογχίζει τη Μεσόγειο. Κατασκευάστηκε από τους Γάλλους στα 1882 σε υψόμετρο 25μ. από τη θάλασσα,  έχει εμβέλεια 22 ναυτικά μίλια και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1887. Ο τετράγωνος πύργος του, ύψους 16μ, στέφεται ακόμη από τον διώροφο μεταλλικό κλωβό με τον φωτιστικό μηχανισμό και το περιστροφικό διοπτρικό.
Μεγάλα πλοία περνούν συνεχώς μπροστά παρακάμπτοντας τον φημισμένο Κάβο Ματαπά, το Ακρωτήριο Ταίναρο. Η πρώτη ανακαίνιση του φάρου έγινε στα 1930. Στα χρόνια της Κατοχής έπαψε να λειτουργεί και στα 1950, μετά τη δεύτερη ανακαίνιση, φιλοξενούσε 3 φαροφύλακες! Οι λιθόκτιστοι τοίχοι του είναι εξωτερικά επιχρισμένοι, ενώ μαρμάρινοι και εμφανείς είναι οι γωνιακοί λίθοι, το γείσο, το στηθαίο του κτίσματος τα τοξωτά των παραθύρων και των εισόδων.
Πόρτο – Κάγιο
Το ταξίδι στο Ακροταίναρο χρειάζεται οπωσδήποτε μια στάση στο πειρατικό κρησφύγετο του Πόρτο-Κάγιο. Ασφαλές λιμάνι περικυκλωμένο από υψώματα, θέρετρο για λίγους και εκλεκτούς που γνωρίζουν την ύπαρξή του, καλός ψαρότοπος και απομονωμένο-κρυφό σημείο. Αγναντεύοντας απέναντι βλέπεις τον οικισμό Αχίλλειο και τα ερείπια του κάστρου που μισο-έχτισαν οι Τούρκοι στα 1570, διακρίνονται αχνά.
Ο όρμος του Πόρτο-Κάγιο ονομαζόταν Ψαμμαθούς από τα αρχαία χρόνια κατοίκησής του λόγω των χαλικιών της παραλίας, ενώ το τοπωνυμικό «Κάγιο» μπορεί να προέρχεται από τις γαλλικές λέξεις cailliou (καγιού), που σημαίνει χαλίκι ή caille (κάιγ) που σημαίνει ορτύκι. Στην άκρη του όρμου, ένα σκουριασμένο κανόνι, μπηγμένο σαν πάσσαλος στο χώμα, πιστεύεται πως είναι ένα από τα κανόνια του Λάμπρου Κατσώνη!
Στα 1792, ο φημισμένος Έλληνας θαλασσομάχος, κυνηγημένος από Τούρκους, Ρώσους, Γάλλους και Ενετούς βρήκε καταφύγιο στον όρμο του Πόρτο Κάγιο. Οι ανεξάρτητοι Μανιάτες τον δέχτηκαν και από ξηράς θα ήταν πολύ δύσκολο να εισβάλουν στο κρησφύγετό του. Οχύρωσε εξαιρετικά όλο τον όρμο με συστοιχίες από κανόνια και ξεκίνησε τις επιδρομές εναντίον των Τούρκων σε όλο το Αιγαίο.
Γαλλικές και τουρκικές φρεγάτες έφτασαν τον Ιούνιο του 1792 στο Πόρτο Κάγιο και ο Λάμπρος Κατσώνης αντιστάθηκε σθεναρά για δύο ημέρες. Ξημερώματα της τρίτης που οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν στο Πόρτο - Κάγιο δεν βρήκαν κανέναν! Όλοι είχαν διαφύγει την προηγούμενη νύχτα, τα πλοία ήταν σκέτα κουφάρια, χωρίς πανιά και χωρίς κανόνια.Τα είχαν θάψει οι άντρες του Κατσώνη με βοήθεια από τους Μανιάτες.
Δημοσίευση σχολίου