Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Οι «Νέες Θερμοπύλες», ο άντρας που ενσάρκωσε την ελληνική ψυχή ... Ο ταγματάρχης Δημήτριος Κασλάς που έγραψε το λαμπρό πολεμικό έπος του 1940 στο Ύψωμα 731


dikmtikkallssaas6
Η διαταγή της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης φτάνει στο Ύψωμα 731: «Επί των θέσεών σας αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».

Ο διοικητής του 2ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος Τρικάλων απαντά: «Οτιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί».

Κατόπιν γυρνά στους άντρες του και φωνάζει: «Όποιος γυρίσει την πλάτη στον εχθρό θα τουφεκίζεται». Η εντολή του ταγματάρχη Κασλά σφράγισε άλλη μια ηρωική σελίδα στην πολεμική εποποιία του 1940, ένα από αυτά τα περιστατικά αυταπάρνησης και ανδρείας που επιφυλάσσονται συνήθως για τον Μαραθώνα, τη Σαλαμίνα και την Επανάσταση του 1821.

Κι όμως, από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι και τον Απρίλιο του 1941 διαδραματίστηκαν στην πατρίδα μας ανδραγαθήματα που προκαλούν θαυμασμό αλλά και ίσες δόσεις συγκίνησης. Πολεμικοί άθλοι γραμμένοι με αίμα και τόλμη, όπως ο απίστευτος σε έκταση, σημασία και συμβολική αγώνας στο Ύψωμα 731 κατά τη διάρκεια της «Εαρινής Επίθεσης» των Ιταλών στα μέσα Μαρτίου του 1941.
Οι ιταλικές φασιστικές δυνάμεις με την παρουσία του ίδιου του Μουσολίνι λαχταρούν να δρέψουν νίκη κατά της Ελλάδας και να εισέλθουν στην Αθήνα θριαμβευτές. Στο διάβα τους μπαίνει όμως το καταραμένο γι’ αυτούς 731, εκεί όπου «επί 7 ημέρες, ως τις 15 Μαρτίου, η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων … Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη … Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό. Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το 731, όπως έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων, υπήρξε ίσως ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου».
Ο Δημήτρης Κασλάς ήταν ο επικεφαλής του ελληνικού τάγματος που υπερασπίστηκε το Ύψωμα 731. Η εντολή του πριν από την τιτανομαχία με τον ιταλικό στρατό, παρουσία του Μουσολίνι, ήταν ρητή και σαφής: κανείς δεν θα κάνει πίσω, άμυνα μέχρι θανάτου! Κάτω από τις διαταγές του αλλά και με τη γενναιότητα των καταταλαιπωρημένων αντρών του, το Ύψωμα 731 δεν έπεσε. Οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν, παρά τα φιλόδοξα σχέδιά τους. Η τύχη του ελληνο-ιταλικού πολέμου έχει κριθεί.
Το όνομα του Κασλά γίνεται θρύλος, παρέχοντας μια τελευταία ηρωική αντίσταση απέναντι στην κατακτητική λαίλαπα του Άξονα. Μπαρουτοκαπνισμένος ο ίδιος ήδη από τα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, κράτησε το 731 και με το παραπάνω, στέλνοντας το ελληνικό ηθικό για άλλη μια φορά στα ύψη. Η πορεία της ζωής του μέλλει όμως να συναντηθεί με σημεία-κλειδιά της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, όπως η Αντίσταση και το ταραγμένο κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Η προσωπική του ιστορία δεν θα έχει ευχάριστη εξέλιξη. Μετά τον Πόλεμο του 1940 εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση, στην αρχή με τον ΕΔΕΣ και μετά με τον ΕΛΑΣ, και είδε τη ζωή του να παίρνει την κάτω βόλτα. Τώρα ήταν στιγματισμένος κομμουνιστής και ως εχθρός του έθνους οδηγείται στην εξορία από το 1945-1948.
Μετά την απελευθέρωσή του, κάνει ό,τι δουλειά βρει για να επιβιώσει και ζει βουτηγμένος στην ντροπή. Όταν τον αναγνωρίζει κάποιος από τα ηρωικά του παλικάρια, εκείνος καμώνεται πως δεν είναι ο θρυλικός διοικητής του 731. Νιώθει ατιμασμένος και προδομένος απ’ όλους, κυρίως όμως από την πατρίδα του τόσο λυσσαλέα πολέμησε για την ελευθερία της.
Οι τίτλοι τέλους για τον Κασλά θα πέσουν κάπου είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, όταν το ελληνικό έθνος τον ξαναθυμήθηκε το 1985 και τον έκανε ταξίαρχο, σε μια εποχή που τα μετεμφυλιακά πάθη είχαν καταλαγιάσει. Μέχρι τότε βέβαια κανείς δεν θυμόταν τον ήρωα του 1940, αυτόν που μας χάρισε έναν από τους λαμπρότερους πολεμικούς άθλους του ελληνο-ιταλικού πολέμου.

Το Ύψωμα 731 δηλαδή, για το οποίο έγραψε ο Άγγελος Τερζάκης -που πολέμησε το 1940- στην «Ελληνική Εποποιία 1940-1941» το 1964: «Ξημερώνει η 10 Μαρτίου 1941, ημέρα Δευτέρα, και το πυροβολικό του Καβαλλέρο ξαναρχίζει. Ξαναρχίζει από την Τρεμπεσίνα, με πείσμα διπλό, γιατί η πρώτη μέρα χάθηκε κι αυτό είναι άσχημο για μιαν επίθεση, που πρέπει να το πετύχει στις πρώτες ώρες της. Το κανονίδι τώρα απλώνεται ανατολικά, στο 731. Είναι τέτοιο που μόνο με τους θρυλικούς βομβαρδισμούς του Βερντέν, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να παραβληθεί. Τ’ ακούει και ζαρώνει περίτρομη η ψυχή του ανθρώπου».
«Τα ελληνικά πυρά της έκοψαν την ορμή, ως που το μεσημέρι οι Ιταλοί ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις, ξανάρχισαν, όμως, το πεζικό κατόρθωσε με μόνα τα δικά του να σπάσει το πρώτο κύμα του εχθρού. Στις 6 τ’ απόγεμα οι Ιταλοί άνοιγαν μεγάλη φωτιά κατά του 731. Χίμηξαν ύστερα με ταυτόχρονη προσπάθεια να το υπερκεράσουν από τη δημοσιά, ενώ έπιαναν και να βομβαρδίζουν την Τρεμπεσίνα. Ήταν η έβδομη επίθεσή τους για το 731. Το ύψωμα έμπαινε πια, ζωσμένο με φλόγες στο θρύλο»…

Πρώτα χρόνια

dikmtikkallssaas1

Ο Δημήτρης Κασλάς γεννιέται στο Πουρί του Πηλίου (νομός Μαγνησίας) το 1901 ως Δημήτριος Καζίλας. Το επώνυμό του το άλλαξε όταν κατατάχτηκε στον στρατό. Για τα παιδικά του χρόνια στο χωριουδάκι του Πηλίου δεν είναι τίποτα γνωστό και θα τον ξαναβρούμε σε ηλικία 15 ετών στον Βόλο να βγάζει τα προς το ζην δουλεύοντας σε φούρνο.

Μετά θα περάσει και από μια ταβέρνα της πόλης, καθώς θέλει κάθε δεκάρα που μπορεί να βρει για να ολοκληρώσει τη νυχτερινή Εμπορική Σχολή Βόλου. Η στρατιωτική του καριέρα αρχινά το 1920, όταν κατατάσσεται ως κληρωτός στη Μεραρχία Πεζικού της Λάρισας. Πάνω στην ώρα δηλαδή για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, που μαινόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη.

dikmtikkallssaas2

Τέλη Ιουλίου του 1920 τον στέλνουν στη Σμύρνη και παίρνει μέρος στις εθνικές μας περιπέτειες στη Μικρά Ασία ως δεκανέας. Μελετηρός και πειθαρχημένος, τον Ιανουάριο του 1922 περνά τις στρατιωτικές εξετάσεις και εισέρχεται με επιτυχία στον ουλαμό Έφεδρων Αξιωματικών του Αφιόν Καραχισάρ.

Με την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, ο έφεδρος ανθυπασπιστής πέφτει στα χέρια του εχθρού και μένει αιχμάλωτος από τον Αύγουστο του 1922 μέχρι τον Απρίλιο του 1923. Όταν απελευθερωθεί, θα επιστρέψει στα καθήκοντά του ως έφεδρος ανθυπολοχαγός πια και τον Μάρτιο του 1924 θα καταταγεί στις τάξεις των μόνιμων αξιωματικών του ελληνικού στρατού, έτοιμος να γράψει μια από τις πιο χρυσές σελίδες της νεοελληνικής πολεμικής ιστορίας.


dikmtikkallssaas6
...
Δημοσίευση σχολίου